いそがす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βιάζω, επισπεύδω, παροτρύνω, πιέζω, βιαστικά αναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
急がす
Παρόν (ευγενικό)
急がします
Άρνηση (απλή)
急がさない
Άρνηση (ευγενική)
急がしません
Παρελθόν (απλό)
急がした
Παρελθόν (ευγενικό)
急がしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
急がさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
急がしませんでした
Τε-μορφή
急がして
Δυνητική
急がせる
Προστακτική
急がせ
Βουλητική
急がそう
Υποθετική (ば)
急がせば