ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βιάζομαι, επισπεύδω
  2. 02 λαχανιάζω, αναπνέω γρήγορα

Κλίση

Παρόν (απλό)
急く
Παρόν (ευγενικό)
急きます
Άρνηση (απλή)
急かない
Άρνηση (ευγενική)
急きません
Παρελθόν (απλό)
急いた
Παρελθόν (ευγενικό)
急きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
急かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
急きませんでした
Τε-μορφή
急いて
Δυνητική
急ける
Προστακτική
急け
Βουλητική
急こう
Υποθετική (ば)
急けば