きゅうすく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βοηθώ κάποιον να ξεφύγει από τον κίνδυνο

Κλίση

Παρόν (απλό)
急を救う
Παρόν (ευγενικό)
急を救います
Άρνηση (απλή)
急を救わない
Άρνηση (ευγενική)
急を救いません
Παρελθόν (απλό)
急を救った
Παρελθόν (ευγενικό)
急を救いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
急を救わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
急を救いませんでした
Τε-μορφή
急を救って
Δυνητική
急を救える
Προστακτική
急を救え
Βουλητική
急を救おう
Υποθετική (ば)
急を救えば