きゅうじょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απότομη ανάδυση στην επιφάνεια, ραγδαία άνοδος
  2. 02 αιφνίδια αύξηση (π.χ. στο δημόσιο ενδιαφέρον)
  3. 03 ταχεία άνοδος (π.χ. στην κατάταξη)

Κλίση

Παρόν (απλό)
急浮上する
Παρόν (ευγενικό)
急浮上します
Άρνηση (απλή)
急浮上しない
Άρνηση (ευγενική)
急浮上しません
Παρελθόν (απλό)
急浮上した
Παρελθόν (ευγενικό)
急浮上しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
急浮上しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
急浮上しませんでした
Τε-μορφή
急浮上して
Δυνητική
急浮上できる
Προστακτική
急浮上しろ
Βουλητική
急浮上しよう
Υποθετική (ば)
急浮上すれば