急激
επίθετο | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 αιφνίδιος, απότομος, ραγδαίος, έντονος, δραστικός, ριζικός
Παραδείγματα
-
急激な変化です。
Είναι μια ξαφνική αλλαγή.
-
気温が急激に下がりました。
Η θερμοκρασία έπεσε απότομα.
-
今回の金融危機は、世界経済に急激な影響を与えました。
Η τρέχουσα οικονομική κρίση είχε δραστικές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.