きゅうせつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βιαστική κατασκευή, ταχεία τοποθέτηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
急設する
Παρόν (ευγενικό)
急設します
Άρνηση (απλή)
急設しない
Άρνηση (ευγενική)
急設しません
Παρελθόν (απλό)
急設した
Παρελθόν (ευγενικό)
急設しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
急設しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
急設しませんでした
Τε-μορφή
急設して
Δυνητική
急設できる
Προστακτική
急設しろ
Βουλητική
急設しよう
Υποθετική (ば)
急設すれば