きゅうそく

επίθετο, ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ραγδαίος (π.χ. πρόοδος)

Παραδείγματα

  • それは急速きゅうそく成長せいちょうします。

    Αυτό αναπτύσσεται γρήγορα.

  • インターネットの普及ふきゅうにより、情報じょうほう急速きゅうそくひろまりました。

    Λόγω της εξάπλωσης του διαδικτύου, οι πληροφορίες διαδόθηκαν ραγδαία.

  • その技術ぎじゅつ発展はってんは、わたしたちの生活せいかつ急速きゅうそく変化へんかさせており、今後こんご社会しゃかいおおきな影響えいきょうあたえるでしょう。

    Η ραγδαία εξέλιξη αυτής της τεχνολογίας αλλάζει ριζικά τη ζωή μας και είναι πιθανό να επηρεάσει σημαντικά τη μελλοντική κοινωνία.