急
επίθετο, ουσιαστικό | N4 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ξαφνικός, απότομος, απροσδόκητος
- 02 επείγων, πιεστικός
- 03 απότομος, απόκρημνος
- 04 ταχύς, γρήγορος
- 05 έκτακτη ανάγκη, κρίση, κίνδυνος
- 06 επείγον, βιασύνη, σπουδή
- 07 τέλος τραγουδιού (στη γκαγκάκου ή στο νο)
Παραδείγματα
-
急に雨が降りました。
Ξαφνικά έβρεξε.
-
急な用事ができたので、すぐに帰ります。
Μου προέκυψε κάτι επείγον, οπότε θα γυρίσω αμέσως σπίτι.
-
事態が急を要するため、早急な対応が求められています。
Η κατάσταση είναι επείγουσα, επομένως απαιτείται άμεση ανταπόκριση.