あやしい

επίθετο | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ύποπτος, αμφίβολος, περίεργος, σκιώδης, ύποπτης προέλευσης
  2. 02 αμφίβολος, αβέβαιος, απίθανος, ανεδαφικός
  3. 03 αναξιόπιστος, αδέξιος, ασταθής, κακός, ανεπαρκής
  4. 04 περίεργος, παράξενος, απόκοσμος, ανατριχιαστικός, τρομακτικός
  5. 05 δυσοίωνος (π.χ. για τον καιρό), απειλητικός, επικίνδυνος (π.χ. για οικονομική κατάσταση), αβέβαιος
  6. 06 ύποπτος (για πιθανή ερωτική σχέση)
  7. 07 μυστηριώδης, σαγηνευτικός, δελεαστικός, μαγευτικός

Παραδείγματα

  • あの人あのひと怪しいあやしいです

    Αυτός ο άνθρωπος είναι ύποπτος.

  • よるもりから怪しいあやしいおとがしました。

    Τη νύχτα, ακούστηκε ένας περίεργος ήχος από το δάσος.

  • かれ言動げんどうには怪しいあやしいてんおおく、真実しんじつかどうか判断はんだんくるしむ。

    Οι ενέργειες και τα λόγια του έχουν πολλά ύποπτα σημεία και είναι δύσκολο να καταλάβω αν λέει την αλήθεια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
怪しい
Παρόν (ευγενικό)
怪しいです
Άρνηση (απλή)
怪しくない
Άρνηση (ευγενική)
怪しくないです
Παρελθόν (απλό)
怪しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
怪しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
怪しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
怪しくなかったです
Τε-μορφή
怪しくて
Υποθετική (ば)
怪しければ