かいえんげる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μιλάω με στόμφο

Κλίση

Παρόν (απλό)
怪気炎を上げる
Παρόν (ευγενικό)
怪気炎を上げます
Άρνηση (απλή)
怪気炎を上げない
Άρνηση (ευγενική)
怪気炎を上げません
Παρελθόν (απλό)
怪気炎を上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
怪気炎を上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
怪気炎を上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
怪気炎を上げませんでした
Τε-μορφή
怪気炎を上げて
Δυνητική
怪気炎を上げられる
Προστακτική
怪気炎を上げろ
Βουλητική
怪気炎を上げよう
Υποθετική (ば)
怪気炎を上げれば