恋をする
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ερωτεύομαι
Παραδείγματα
-
いつか恋をしたいです。
Κάποια μέρα θέλω να ερωτευτώ.
-
高校生の時、初めて恋をしました。
Όταν ήμουν μαθητής λυκείου, ερωτεύτηκα για πρώτη φορά.
-
人に恋をするという経験は、人生をより豊かにしてくれるものだと思います。
Πιστεύω ότι η εμπειρία του να ερωτεύεσαι κάποιον κάνει τη ζωή πιο πλούσια.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 恋をする
- Παρόν (ευγενικό)
- 恋をします
- Άρνηση (απλή)
- 恋をしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 恋をしません
- Παρελθόν (απλό)
- 恋をした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 恋をしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 恋をしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 恋をしませんでした
- Τε-μορφή
- 恋をして
- Δυνητική
- 恋をできる
- Προστακτική
- 恋をしろ
- Βουλητική
- 恋をしよう
- Υποθετική (ば)
- 恋をすれば
- Υποθετική (たら)
- 恋をしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 恋をしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 恋をするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 恋をしなさい
- Παθητική
- 恋をされる
- Αιτιατική
- 恋をさせる