こいバナ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντομογραφία καθομιλουμένη συζήτηση για αισθηματικά θέματα, κουβεντούλα μεταξύ κοριτσιών, κουτσομπολιό για έρωτες

Κλίση

Παρόν (απλό)
恋バナする
Παρόν (ευγενικό)
恋バナします
Άρνηση (απλή)
恋バナしない
Άρνηση (ευγενική)
恋バナしません
Παρελθόν (απλό)
恋バナした
Παρελθόν (ευγενικό)
恋バナしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
恋バナしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
恋バナしませんでした
Τε-μορφή
恋バナして
Δυνητική
恋バナできる
Προστακτική
恋バナしろ
Βουλητική
恋バナしよう
Υποθετική (ば)
恋バナすれば