恋れん愛あい

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγάπη, ρομαντισμός, τρυφερό πάθος, συναίσθημα, στοργή

Παραδείγματα

  • 恋愛れんあいは楽たのしいです。

    Ο έρωτας είναι ωραίος.

  • 恋愛れんあいについて友達ともだちと話はなしました。

    Μίλησα με τον φίλο μου για τον έρωτα.

  • 恋愛れんあいは人生じんせいを豊ゆたかにする大切たいせつな要素ようそだと私わたしは思おもいます。

    Πιστεύω ότι ο έρωτας είναι ένα σημαντικό στοιχείο που εμπλουτίζει τη ζωή.

Κλίση

Παρόν (απλό)
恋愛する
Παρόν (ευγενικό)
恋愛します
Άρνηση (απλή)
恋愛しない
Άρνηση (ευγενική)
恋愛しません
Παρελθόν (απλό)
恋愛した
Παρελθόν (ευγενικό)
恋愛しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
恋愛しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
恋愛しませんでした
Τε-μορφή
恋愛して
Δυνητική
恋愛できる
Προστακτική
恋愛しろ
Βουλητική
恋愛しよう
Υποθετική (ば)
恋愛すれば