きょうしょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαρχαιωμένο υποχωρώ από φόβο
  2. 02 απαρχαιωμένο νιώθω τύψεις (για την ενόχληση κάποιου), νιώθω αμηχανία (π.χ. από ένα κομπλιμέντο), νιώθω ντροπή, νιώθω (πολύ) υπόχρεος

Κλίση

Παρόν (απλό)
恐悚する
Παρόν (ευγενικό)
恐悚します
Άρνηση (απλή)
恐悚しない
Άρνηση (ευγενική)
恐悚しません
Παρελθόν (απλό)
恐悚した
Παρελθόν (ευγενικό)
恐悚しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
恐悚しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
恐悚しませんでした
Τε-μορφή
恐悚して
Δυνητική
恐悚できる
Προστακτική
恐悚しろ
Βουλητική
恐悚しよう
Υποθετική (ば)
恐悚すれば