きょうしゅく

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αισθάνομαι πολύ υποχρεωμένος, είμαι πολύ ευγνώμων, ευχαριστώ
  2. 02 λυπάμαι που ενόχλησα, ντρέπομαι (π.χ. για ένα λάθος μου, από κομπλιμέντα, φιλοξενία), αισθάνομαι αμηχανία
  3. 03 αρχαϊκό συστέλλομαι από φόβο, μαζεύομαι από φόβο

Παραδείγματα

  • 手伝てつだいいただき、恐縮きょうしゅくです。

    Ευχαριστώ πολύ για τη βοήθεια.

  • いそがしいところをいていただき、大変たいへん恐縮きょうしゅくしております。

    Σας είμαι ευγνώμων που βρήκατε χρόνο, παρόλο που είστε τόσο απασχολημένος/η.

  • いそがしいなか、わざわざおあしをおはこびいただき、まこと恐縮きょうしゅくでございます。

    Σας ευχαριστώ πάρα πολύ που κάνατε τον κόπο να έρθετε, παρόλο που είστε τόσο απασχολημένοι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
恐縮する
Παρόν (ευγενικό)
恐縮します
Άρνηση (απλή)
恐縮しない
Άρνηση (ευγενική)
恐縮しません
Παρελθόν (απλό)
恐縮した
Παρελθόν (ευγενικό)
恐縮しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
恐縮しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
恐縮しませんでした
Τε-μορφή
恐縮して
Δυνητική
恐縮できる
Προστακτική
恐縮しろ
Βουλητική
恐縮しよう
Υποθετική (ば)
恐縮すれば