恥はじをかく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ντρέπομαι, χάνω την υπόληψή μου

Παραδείγματα

  • 人前ひとまえで恥はじをかいた。

    Ντράπηκα μπροστά σε κόσμο.

  • 失敗しっぱいして恥はじをかきたくないので、準備じゅんびをしっかりした。

    Δεν ήθελα να ντροπιαστώ από αποτυχία, γι' αυτό προετοιμάστηκα καλά.

  • 慣なれない場所ばしょで無理むりに目立めだとうとして、かえって恥はじをかいてしまった経験けいけんがある。

    Έχω την εμπειρία να προσπαθώ να ξεχωρίσω επίτηδες σε ένα μέρος που δεν γνωρίζω και τελικά να ντροπιάζομαι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
恥をかく
Παρόν (ευγενικό)
恥をかきます
Άρνηση (απλή)
恥をかかない
Άρνηση (ευγενική)
恥をかきません
Παρελθόν (απλό)
恥をかいた
Παρελθόν (ευγενικό)
恥をかきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
恥をかかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
恥をかきませんでした
Τε-μορφή
恥をかいて
Δυνητική
恥をかける
Προστακτική
恥をかけ
Βουλητική
恥をかこう
Υποθετική (ば)
恥をかけば