恨うらみ

ουσιαστικό | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μνησικακία, πικρία, κακία, αγανάκτηση
  2. 02 ειδικά ως 憾み λόγος λύπης, λύπη, μετάνοια

Παραδείγματα

  • 彼かれは私わたしに恨うらみがあります。

    Μου κρατάει κακία.

  • 彼かれはその出来事できごと以来いらい、ずっと彼女かのじょに恨うらみを抱いだいています。

    Από εκείνο το γεγονός και μετά, της κρατάει μνησικακία.

  • 長年ながねんの時ときが経たっても、彼かれの心こころに宿やどる恨うらみは決してけっして消きえることはなかった。

    Ακόμη κι έπειτα από πολλά χρόνια, η πικρία που φώλιαζε στην καρδιά του δεν έσβησε ποτέ.