恨うらむ

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρατάω κακία, μνησικακώ, κατηγορώ, καταριέμαι, νιώθω πικρία (προς κάποιον)

Παραδείγματα

  • 私わたしは彼かれを恨うらんでいる。

    Του κρατάω κακία.

  • 彼かれに裏切うらぎられたことを、今いまも恨うらんでいる。

    Ακόμα του κρατάω κακία που με πρόδωσε.

  • 過去かこの出来事できごとをいつまでも恨うらんでいても、何なにも解決かいけつしない。

    Όσο κι αν κρατάς κακία για τα περασμένα, δεν πρόκειται να λυθεί τίποτα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
恨む
Παρόν (ευγενικό)
恨みます
Άρνηση (απλή)
恨まない
Άρνηση (ευγενική)
恨みません
Παρελθόν (απλό)
恨んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
恨みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
恨まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
恨みませんでした
Τε-μορφή
恨んで
Δυνητική
恨める
Προστακτική
恨め
Βουλητική
恨もう
Υποθετική (ば)
恨めば