恨うらめしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιτιμητικός, μισητός, πικρόχολος

Παραδείγματα

  • 恨うらめしい顔かおです。

    Έχει ένα πικρόχολο πρόσωπο.

  • 私わたしは彼かれの嘘うそが恨うらめしい。

    Είμαι πικραμένος με τα ψέματά του.

  • 彼女かのじょの裏切うらぎりは、私わたしにとって本当ほんとうに恨うらめしい出来事できごとだった。

    Η προδοσία της ήταν ένα πραγματικά μισητό γεγονός για μένα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
恨めしい
Παρόν (ευγενικό)
恨めしいです
Άρνηση (απλή)
恨めしくない
Άρνηση (ευγενική)
恨めしくないです
Παρελθόν (απλό)
恨めしかった
Παρελθόν (ευγενικό)
恨めしかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
恨めしくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
恨めしくなかったです
Τε-μορφή
恨めしくて
Υποθετική (ば)
恨めしければ