おんせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποχρεώνω κάποιον, αναγκάζω κάποιον να νιώθει ευγνωμοσύνη

Κλίση

Παρόν (απλό)
恩を着せる
Παρόν (ευγενικό)
恩を着せます
Άρνηση (απλή)
恩を着せない
Άρνηση (ευγενική)
恩を着せません
Παρελθόν (απλό)
恩を着せた
Παρελθόν (ευγενικό)
恩を着せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
恩を着せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
恩を着せませんでした
Τε-μορφή
恩を着せて
Δυνητική
恩を着せられる
Προστακτική
恩を着せろ
Βουλητική
恩を着せよう
Υποθετική (ば)
恩を着せれば