恩おん人じん

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ευεργέτης, προστάτης, σωτήρας, άνθρωπος στον οποίο οφείλω πολλά

Παραδείγματα

  • 彼かれは私わたしの恩人おんじんです。

    Αυτός είναι ο ευεργέτης μου.

  • 私わたしが困こまっていた時とき、彼かれは助たすけてくれました。まさに私わたしの恩人おんじんです。

    Όταν ήμουν σε δύσκολη θέση, με βοήθησε. Είναι πραγματικά ο σωτήρας μου.

  • 多大ただいな支援しえんをしてくださった彼かれには、一生いっしょうかかっても恩おんを返かえしきれないほどの恩人おんじんだと思おもっています。

    Τον θεωρώ έναν τέτοιο ευεργέτη, που ακόμα κι αν ζούσα μια ολόκληρη ζωή, δεν θα μπορούσα ποτέ να ανταποδώσω τη μεγάλη του βοήθεια.