おんちょうける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απολαμβάνω την εύνοια (κάποιου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
恩寵を享ける
Παρόν (ευγενικό)
恩寵を享けます
Άρνηση (απλή)
恩寵を享けない
Άρνηση (ευγενική)
恩寵を享けません
Παρελθόν (απλό)
恩寵を享けた
Παρελθόν (ευγενικό)
恩寵を享けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
恩寵を享けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
恩寵を享けませんでした
Τε-μορφή
恩寵を享けて
Δυνητική
恩寵を享けられる
Προστακτική
恩寵を享けろ
Βουλητική
恩寵を享けよう
Υποθετική (ば)
恩寵を享ければ