おんがえ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανταπόδοση εύνοιας, εξόφληση (μιας υποχρέωσης, καλοσύνης, κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • 恩返おんがえをします。

    Θα ανταποδώσω την καλοσύνη.

  • 彼女かのじょ恩返おんがえをする機会きかいさがしています。

    Ψάχνω ευκαιρία να της ανταποδώσω την καλοσύνη.

  • 長年ながねん支援しえんたいする恩返おんがえとして、地域社会ちいきしゃかいへの貢献活動こうけんかつどう参加さんかしました。

    Συμμετείχα σε κοινοτικές δραστηριότητες ως ανταπόδοση για την πολυετή υποστήριξη που έλαβα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
恩返しする
Παρόν (ευγενικό)
恩返しします
Άρνηση (απλή)
恩返ししない
Άρνηση (ευγενική)
恩返ししません
Παρελθόν (απλό)
恩返しした
Παρελθόν (ευγενικό)
恩返ししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
恩返ししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
恩返ししませんでした
Τε-μορφή
恩返しして
Δυνητική
恩返しできる
Προστακτική
恩返ししろ
Βουλητική
恩返ししよう
Υποθετική (ば)
恩返しすれば