恭順
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υπακοή, υποταγή, υποτέλεια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 恭順する
- Παρόν (ευγενικό)
- 恭順します
- Άρνηση (απλή)
- 恭順しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 恭順しません
- Παρελθόν (απλό)
- 恭順した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 恭順しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 恭順しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 恭順しませんでした
- Τε-μορφή
- 恭順して
- Δυνητική
- 恭順できる
- Προστακτική
- 恭順しろ
- Βουλητική
- 恭順しよう
- Υποθετική (ば)
- 恭順すれば
- Υποθετική (たら)
- 恭順したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 恭順したい
- Απαγορευτική (~な)
- 恭順するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 恭順しなさい
- Παθητική
- 恭順される
- Αιτιατική
- 恭順させる