いきれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λαχανιάζω, μένω από ανάσα, χάνω την αναπνοή μου
  2. 02 ξεμένω από δυνάμεις, δεν μπορώ να συνεχίσω, καταρρέω
  3. 03 πεθαίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
息が切れる
Παρόν (ευγενικό)
息が切れます
Άρνηση (απλή)
息が切れない
Άρνηση (ευγενική)
息が切れません
Παρελθόν (απλό)
息が切れた
Παρελθόν (ευγενικό)
息が切れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
息が切れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
息が切れませんでした
Τε-μορφή
息が切れて
Δυνητική
息が切れられる
Προστακτική
息が切れろ
Βουλητική
息が切れよう
Υποθετική (ば)
息が切れれば