いきはず

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λαχανιάζω, λαχανιάζω από την κούραση, ξεπνέω

Κλίση

Παρόν (απλό)
息が弾む
Παρόν (ευγενικό)
息が弾みます
Άρνηση (απλή)
息が弾まない
Άρνηση (ευγενική)
息が弾みません
Παρελθόν (απλό)
息が弾んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
息が弾みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
息が弾まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
息が弾みませんでした
Τε-μορφή
息が弾んで
Δυνητική
息が弾める
Προστακτική
息が弾め
Βουλητική
息が弾もう
Υποθετική (ば)
息が弾めば