息のかかる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός έχω την προσωπική υποστήριξη (ενός σημαίνοντος προσώπου), είμαι υπό την προστασία (κάποιου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 息のかかる
- Παρόν (ευγενικό)
- 息のかかります
- Άρνηση (απλή)
- 息のかからない
- Άρνηση (ευγενική)
- 息のかかりません
- Παρελθόν (απλό)
- 息のかかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 息のかかりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 息のかからなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 息のかかりませんでした
- Τε-μορφή
- 息のかかって
- Δυνητική
- 息のかかれる
- Προστακτική
- 息のかかれ
- Βουλητική
- 息のかかろう
- Υποθετική (ば)
- 息のかかれば
- Υποθετική (たら)
- 息のかかったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 息のかかりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 息のかかるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 息のかかりなさい
- Παθητική
- 息のかかられる
- Αιτιατική
- 息のかからせる