いき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δύσπνοια, λαχάνιασμα, ξεφύσημα
  2. 02 εξάντληση δυνάμεων (της οικονομίας, ενός σχεδίου κ.λπ.), απώλεια ορμής, μείωση της αποδοτικότητας

Κλίση

Παρόν (απλό)
息切れする
Παρόν (ευγενικό)
息切れします
Άρνηση (απλή)
息切れしない
Άρνηση (ευγενική)
息切れしません
Παρελθόν (απλό)
息切れした
Παρελθόν (ευγενικό)
息切れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
息切れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
息切れしませんでした
Τε-μορφή
息切れして
Δυνητική
息切れできる
Προστακτική
息切れしろ
Βουλητική
息切れしよう
Υποθετική (ば)
息切れすれば