いき

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξοργίζομαι, αγανακτώ, ξεσπώ με οργή
  2. 02 ενθουσιάζομαι, μιλώ με ενθουσιασμό, μιλώ με σθένος, παθιάζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
息巻く
Παρόν (ευγενικό)
息巻きます
Άρνηση (απλή)
息巻かない
Άρνηση (ευγενική)
息巻きません
Παρελθόν (απλό)
息巻いた
Παρελθόν (ευγενικό)
息巻きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
息巻かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
息巻きませんでした
Τε-μορφή
息巻いて
Δυνητική
息巻ける
Προστακτική
息巻け
Βουλητική
息巻こう
Υποθετική (ば)
息巻けば