いきぐるしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πνιγηρός, αποπνικτικός, ασφυκτικός
  2. 02 καταπιεστικός, βαρύς

Παραδείγματα

  • この部屋へや息苦いきぐるしいです

    Αυτό το δωμάτιο είναι αποπνικτικό.

  • 会議室かいぎしつ空気くうきわるくて息苦いきぐるしかった

    Η αίθουσα συνεδριάσεων είχε βαρύ αέρα και αισθανόμουν ότι ασφυκτιούσα.

  • 現代社会げんだいしゃかい競争きょうそうはげしい環境かんきょうで、おおくのひと精神的せいしんてき息苦いきぐるしさをかんじているときます。

    Ακούω ότι πολλοί άνθρωποι αισθάνονται μια ψυχική ασφυξία στο έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον της σύγχρονης κοινωνίας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
息苦しい
Παρόν (ευγενικό)
息苦しいです
Άρνηση (απλή)
息苦しくない
Άρνηση (ευγενική)
息苦しくないです
Παρελθόν (απλό)
息苦しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
息苦しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
息苦しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
息苦しくなかったです
Τε-μορφή
息苦しくて
Υποθετική (ば)
息苦しければ