めぐ

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ευλογώ, δείχνω ευσπλαχνία
  2. 02 προσφέρω βοήθεια (χρήματα κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
恵む
Παρόν (ευγενικό)
恵みます
Άρνηση (απλή)
恵まない
Άρνηση (ευγενική)
恵みません
Παρελθόν (απλό)
恵んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
恵みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
恵まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
恵みませんでした
Τε-μορφή
恵んで
Δυνητική
恵める
Προστακτική
恵め
Βουλητική
恵もう
Υποθετική (ば)
恵めば