かいこん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετάνοια, μεταμέλεια, συντριβή

Κλίση

Παρόν (απλό)
悔恨する
Παρόν (ευγενικό)
悔恨します
Άρνηση (απλή)
悔恨しない
Άρνηση (ευγενική)
悔恨しません
Παρελθόν (απλό)
悔恨した
Παρελθόν (ευγενικό)
悔恨しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
悔恨しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
悔恨しませんでした
Τε-μορφή
悔恨して
Δυνητική
悔恨できる
Προστακτική
悔恨しろ
Βουλητική
悔恨しよう
Υποθετική (ば)
悔恨すれば