なやます

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βασανίζω, ταλαιπωρώ, παρενοχλώ

Παραδείγματα

  • わたしかれなやまさない

    Δεν τον βασανίζω.

  • 隣人りんじん騒音そうおんわたしなやませる

    Ο θόρυβος των γειτόνων με ενοχλεί.

  • 解決策かいけつさくえない問題もんだいが、かれこころなやましていた。

    Το πρόβλημα χωρίς ορατή λύση τον βασάνιζε ψυχολογικά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
悩ます
Παρόν (ευγενικό)
悩まします
Άρνηση (απλή)
悩まさない
Άρνηση (ευγενική)
悩ましません
Παρελθόν (απλό)
悩ました
Παρελθόν (ευγενικό)
悩ましました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
悩まさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
悩ましませんでした
Τε-μορφή
悩まして
Δυνητική
悩ませる
Προστακτική
悩ませ
Βουλητική
悩まそう
Υποθετική (ば)
悩ませば