なやめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανήσυχος, προβληματισμένος, ταλαιπωρημένος
  2. 02 σπάνιο βασανίζω, ταλαιπωρώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
悩める
Παρόν (ευγενικό)
悩めます
Άρνηση (απλή)
悩めない
Άρνηση (ευγενική)
悩めません
Παρελθόν (απλό)
悩めた
Παρελθόν (ευγενικό)
悩めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
悩めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
悩めませんでした
Τε-μορφή
悩めて
Δυνητική
悩められる
Προστακτική
悩めろ
Βουλητική
悩めよう
Υποθετική (ば)
悩めれば