悪に染まる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βυθίζομαι στην κακία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 悪に染まる
- Παρόν (ευγενικό)
- 悪に染まります
- Άρνηση (απλή)
- 悪に染まらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 悪に染まりません
- Παρελθόν (απλό)
- 悪に染まった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 悪に染まりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 悪に染まらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 悪に染まりませんでした
- Τε-μορφή
- 悪に染まって
- Δυνητική
- 悪に染まれる
- Προστακτική
- 悪に染まれ
- Βουλητική
- 悪に染まろう
- Υποθετική (ば)
- 悪に染まれば
- Υποθετική (たら)
- 悪に染まったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 悪に染まりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 悪に染まるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 悪に染まりなさい
- Παθητική
- 悪に染まられる
- Αιτιατική
- 悪に染まらせる