悪あく事じ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κακή πράξη, αδίκημα, έγκλημα, κακία
  2. 02 ατυχία, συμφορά, καταστροφή

Παραδείγματα

  • 悪事あくじをしてはいけません。

    Μην κάνεις κακές πράξεις.

  • 彼かれは過去かこの悪事あくじを悔くやんでいます。

    Μετανιώνει για τις κακές πράξεις του παρελθόντος του.

  • どんなに巧妙こうみょうな悪事あくじでも、いつか必かならず露見ろけんするものだ。

    Όσο καλά κι αν έχει σχεδιαστεί μια κακή πράξη, κάποια στιγμή θα αποκαλυφθεί.