わるだく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πανούργα τεχνάσματα, δόλιο σχέδιο, κόλπο, συνωμοσία, δολοπλοκία

Κλίση

Παρόν (απλό)
悪巧みする
Παρόν (ευγενικό)
悪巧みします
Άρνηση (απλή)
悪巧みしない
Άρνηση (ευγενική)
悪巧みしません
Παρελθόν (απλό)
悪巧みした
Παρελθόν (ευγενικό)
悪巧みしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
悪巧みしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
悪巧みしませんでした
Τε-μορφή
悪巧みして
Δυνητική
悪巧みできる
Προστακτική
悪巧みしろ
Βουλητική
悪巧みしよう
Υποθετική (ば)
悪巧みすれば