あく

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κακή πρόθεση, κακία, κακεντρέχεια, μοχθηρία
  2. 02 κακή σημασία
  3. 03 κακή πίστη, δόλος, πρόθεση εξαπάτησης
  4. 04 κακία, μοχθηρία

Παραδείγματα

  • かれには悪意あくいがありません。

    Δεν έχει κακές προθέσεις.

  • かれ言動げんどうには悪意あくいかんじられました。

    Στα λόγια και τις πράξεις του διέκρινα κακία.

  • その記事きじ特定とくてい人物じんぶつたいする明白めいはく悪意あくいをもってかれており、世論よろんあやまった方向ほうこうみちびこうとする意図いとれました。

    Το άρθρο ήταν γραμμένο με εμφανή κακία απέναντι σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, και ήταν φανερή η πρόθεση να οδηγήσει την κοινή γνώμη σε λάθος κατεύθυνση.