かじか

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μουδιάζω από το κρύο

Κλίση

Παρόν (απλό)
悴む
Παρόν (ευγενικό)
悴みます
Άρνηση (απλή)
悴まない
Άρνηση (ευγενική)
悴みません
Παρελθόν (απλό)
悴んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
悴みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
悴まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
悴みませんでした
Τε-μορφή
悴んで
Δυνητική
悴める
Προστακτική
悴め
Βουλητική
悴もう
Υποθετική (ば)
悴めば