悶もだえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σφαδάζω (από τον πόνο), υποφέρω φρικτά
  2. 02 βασανίζομαι, αγωνιώ, ταλαιπωρούμαι

Παραδείγματα

  • 子こどもが痛いたみに悶もだえました。

    Το παιδί σφαδάζε από τον πόνο.

  • 彼かれは苦くるしみに悶もだえる様さまを見みせました。

    Έδειξε σημάδια φρικτού πόνου.

  • 新あたらしい事業じぎょうの立たち上あげに際さいし、資金繰しきんぐりの問題もんだいに悶もだえる日々ひびが続つづきました。

    Κατά την έναρξη της νέας επιχείρησης, περνούσε μέρες υποφέροντας φρικτά από τα προβλήματα χρηματοδότησης.

Κλίση

Παρόν (απλό)
悶える
Παρόν (ευγενικό)
悶えます
Άρνηση (απλή)
悶えない
Άρνηση (ευγενική)
悶えません
Παρελθόν (απλό)
悶えた
Παρελθόν (ευγενικό)
悶えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
悶えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
悶えませんでした
Τε-μορφή
悶えて
Δυνητική
悶えられる
Προστακτική
悶えろ
Βουλητική
悶えよう
Υποθετική (ば)
悶えれば