なさ

ουσιαστικό | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έλεος, συμπόνια, οίκτος
  2. 02 στοργή, αγάπη, τρυφερότητα

Παραδείγματα

  • 情けなさけをかけます。

    Δείχνω συμπόνια.

  • こまっているひと情けなさけをかけました。

    Έδειξα συμπόνια σε ανθρώπους που ήταν σε δύσκολη θέση.

  • 情けなさけひとのためならず、いずれは自分じぶんかえってくるものだとわれます。

    Λένε ότι η συμπόνια δεν είναι μόνο για τους άλλους, αλλά κάποια στιγμή επιστρέφει και σε εσένα τον ίδιο.