情にほだされる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συμπάσχω, επηρεάζομαι από το συναίσθημα, συγκινούμαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 情にほだされる
- Παρόν (ευγενικό)
- 情にほだされます
- Άρνηση (απλή)
- 情にほだされない
- Άρνηση (ευγενική)
- 情にほだされません
- Παρελθόν (απλό)
- 情にほだされた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 情にほだされました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 情にほだされなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 情にほだされませんでした
- Τε-μορφή
- 情にほだされて
- Δυνητική
- 情にほだされられる
- Προστακτική
- 情にほだされろ
- Βουλητική
- 情にほだされよう
- Υποθετική (ば)
- 情にほだされれば
- Υποθετική (たら)
- 情にほだされたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 情にほだされたい
- Απαγορευτική (~な)
- 情にほだされるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 情にほだされなさい
- Παθητική
- 情にほだされられる
- Αιτιατική
- 情にほだされさせる