情にもろい
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συναισθηματικός, εύθικτος, ευαίσθητος, καλόκαρδος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 情にもろい
- Παρόν (ευγενικό)
- 情にもろいです
- Άρνηση (απλή)
- 情にもろくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 情にもろくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 情にもろかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 情にもろかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 情にもろくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 情にもろくなかったです
- Τε-μορφή
- 情にもろくて
- Υποθετική (ば)
- 情にもろければ
- Υποθετική (たら)
- 情にもろかったら