じょうとうごう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ταύτιση αισθημάτων, συναισθηματική σύμπνοια, να βρίσκομαι στο ίδιο μήκος κύματος με κάποιον, συμφωνία απόψεων

Κλίση

Παρόν (απλό)
情意投合する
Παρόν (ευγενικό)
情意投合します
Άρνηση (απλή)
情意投合しない
Άρνηση (ευγενική)
情意投合しません
Παρελθόν (απλό)
情意投合した
Παρελθόν (ευγενικό)
情意投合しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
情意投合しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
情意投合しませんでした
Τε-μορφή
情意投合して
Δυνητική
情意投合できる
Προστακτική
情意投合しろ
Βουλητική
情意投合しよう
Υποθετική (ば)
情意投合すれば