惑まどわす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μπερδεύω, φέρνω σε αμηχανία, προκαλώ σύγχυση, απατώ, παραπλανώ, εξαπατώ
  2. 02 πειράζω, αποπλανώ

Παραδείγματα

  • 彼かれは私わたしを惑まどわす。

    Με μπερδεύει.

  • その美うつくしい光景こうけいは私わたしの目めを惑まどわした。

    Αυτή η όμορφη θέα με τύφλωσε.

  • 嘘うそや偽いつわりの情報じょうほうで人ひと々を惑まどわすのは許ゆるされない行為こういだ。

    Είναι απαράδεκτο να παραπλανάς τον κόσμο με ψέματα και παραπληροφόρηση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
惑わす
Παρόν (ευγενικό)
惑わします
Άρνηση (απλή)
惑わさない
Άρνηση (ευγενική)
惑わしません
Παρελθόν (απλό)
惑わした
Παρελθόν (ευγενικό)
惑わしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
惑わさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
惑わしませんでした
Τε-μορφή
惑わして
Δυνητική
惑わせる
Προστακτική
惑わせ
Βουλητική
惑わそう
Υποθετική (ば)
惑わせば