れる

ρήμα, επίθημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ερωτεύομαι, γοητεύομαι, μαγεύομαι
  2. 02 έλκομαι, γοητεύομαι, μαγεύομαι, αιχμαλωτίζομαι, εντυπωσιάζομαι, θαυμάζω
  3. 03 επίθημα ξεχνιέμαι, παρασύρομαι, μαγεύομαι

Παραδείγματα

  • わたしはあのねこれています。

    Έχω γοητευτεί από αυτή τη γάτα.

  • かれやさしさにれてしまいました。

    Με μάγεψε η καλοσύνη του.

  • かれ情熱的じょうねつてきなパフォーマンスに心底しんそこれました

    Η παθιασμένη του ερμηνεία με άφησε άφωνο/άφωνη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
惚れる
Παρόν (ευγενικό)
惚れます
Άρνηση (απλή)
惚れない
Άρνηση (ευγενική)
惚れません
Παρελθόν (απλό)
惚れた
Παρελθόν (ευγενικό)
惚れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
惚れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
惚れませんでした
Τε-μορφή
惚れて
Δυνητική
惚れられる
Προστακτική
惚れろ
Βουλητική
惚れよう
Υποθετική (ば)
惚れれば