なお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξαναερωτεύομαι (αναζωπυρώνω τον έρωτά μου για κάποιον που έχω ήδη αγαπήσει στο παρελθόν)

Κλίση

Παρόν (απλό)
惚れ直す
Παρόν (ευγενικό)
惚れ直します
Άρνηση (απλή)
惚れ直さない
Άρνηση (ευγενική)
惚れ直しません
Παρελθόν (απλό)
惚れ直した
Παρελθόν (ευγενικό)
惚れ直しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
惚れ直さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
惚れ直しませんでした
Τε-μορφή
惚れ直して
Δυνητική
惚れ直せる
Προστακτική
惚れ直せ
Βουλητική
惚れ直そう
Υποθετική (ば)
惚れ直せば