惚気のろけ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μιλάω με καμάρι για τον σύντροφό μου, εξυμνώ τον έρωτά μου, καυχιέμαι για τη σχέση μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
惚気る
Παρόν (ευγενικό)
惚気ます
Άρνηση (απλή)
惚気ない
Άρνηση (ευγενική)
惚気ません
Παρελθόν (απλό)
惚気た
Παρελθόν (ευγενικό)
惚気ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
惚気なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
惚気ませんでした
Τε-μορφή
惚気て
Δυνητική
惚気られる
Προστακτική
惚気ろ
Βουλητική
惚気よう
Υποθετική (ば)
惚気れば