むご

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σκληρός, ανελέητος, άσπλαχνος, βάναυσος, ειδεχθής, απάνθρωπος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τραγικός, φρικτός, τρομερός, δεινός, αξιοθρήνητος, άσχημος, ανατριχιαστικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
惨い
Παρόν (ευγενικό)
惨いです
Άρνηση (απλή)
惨くない
Άρνηση (ευγενική)
惨くないです
Παρελθόν (απλό)
惨かった
Παρελθόν (ευγενικό)
惨かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
惨くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
惨くなかったです
Τε-μορφή
惨くて
Υποθετική (ば)
惨ければ