そうさつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο υπόθεση, εικασία, θεωρία, υποψία

Κλίση

Παρόν (απλό)
想察する
Παρόν (ευγενικό)
想察します
Άρνηση (απλή)
想察しない
Άρνηση (ευγενική)
想察しません
Παρελθόν (απλό)
想察した
Παρελθόν (ευγενικό)
想察しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
想察しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
想察しませんでした
Τε-μορφή
想察して
Δυνητική
想察できる
Προστακτική
想察しろ
Βουλητική
想察しよう
Υποθετική (ば)
想察すれば